βεβαιώνω

Μεταφράσεις

βεβαιώνω

assert, affirm, assurecertifico證明certificerencertificarPotvrzuji证明 (veve'ono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. δίνω σιγουριά Σας βεβαιώνω, όλα πάνε καλά.
2. διαπιστώνω, επιβεβαιώνω επίσημα Βεβαίωσαν την άφιξη του προέδρου. Ο δήμαρχος βεβαιώνει ότι...
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close