βερνίκι

Μεταφράσεις

βερνίκι

polish, dye, varnishمَادَةُ تَلْمِيع, وَرْنِيشlak, leštidlolak, pudsecremeLack, Politurbarniz, betúnlakka, vahacirage, vernislak, sredstvo za laštenjepolacco, verniceつや出し剤, ニス광택제, 니스poetsmiddel, vernislakk, poleringlakier, połyskverniz, polimentoлак, полирольfernissa, putsmedelน้ำมันชักเงา, สารขัดเงาcilachất đánh bóng, véc-ni清漆, 磨光лак (ver'nici)
ουσιαστικό ουδέτερο
βαφή που γυαλίζει βερνίκι νυχιών βερνίκι παπουτσιών περνάω βάφω με βερνίκι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close