βιάζομαι

Μεταφράσεις

βιάζομαι

hurry, rush, hurry up, in a hurry, rapedapresurarse, tener prisa, darse prisaavoir hâte, être pressé, être violé, se grouiller, se hâter, se dépêcher, se précipiterيُسْرِعُ, يَنْدَفِعُspěchatskynde (sig), styrte af stedeilenkiirehtiä, kiiruhtaažuritiaffrettarsi, precipitarsi急ぐ서두르다haastenhastepognać, pośpieszyć sięapressarспешитьskynda (sig)เคลื่อนหรือทำอย่างเร่งรีบ, เร่งรีบacele etmek, telaş etmekvội vã, vội vàng急速前往, 赶紧 ('vjazome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
επείγομαι Πρέπει να βιαστούμε. Bιάζομαι, πρέπει να φύγω. Bιάστηκε να μιλήσει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close