βιαστικός

(προωθήθηκε από βιαστική)
Μεταφράσεις

βιαστικός

(vjasti'kos) αρσενικό

βιαστική

(vjasti'ci) θηλυκό

βιαστικό

hasty, harried, cursoryapresurado, precipitado, urgentepresséfrettoloso急いで (vjasti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν έχει χρόνο είμαι βιαστικός
2. που γίνεται γρήγορα βιαστικές κινήσεις
3. που είναι επείγων βιαστική δουλειά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close