βιβλιογραφικός

(προωθήθηκε από βιβλιογραφική)
Μεταφράσεις

βιβλιογραφικός

(vivlioɣrafi'kos) αρσενικό

βιβλιογραφική

(vivlioɣrafi'ci) θηλυκό

βιβλιογραφικό

bibliographiquebibliografischebibliografické书目書目bibliographischeببليوغرافيةביבליוגרפיים書誌bibliográficas (vivlioɣrafi'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με βιβλιογραφία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close