βιογραφικός

Μεταφράσεις

βιογραφικός

(vioɣrafi'kos) αρσενικό

βιογραφική

(vioɣrafi'ci) θηλυκό

βιογραφικό

biographicalbiographique (vioɣrafi'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με τη βιογραφία βιογραφικό μυθιστόρημα
2. σημείωμα με προσωπικά και επαγγελματικά στοιχεία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close