βιολογικός

(προωθήθηκε από βιολογικό)
Μεταφράσεις

βιολογικός

(violoʝi'kos) αρσενικό

βιολογική

(violoɣi'ci) θηλυκό

βιολογικό

biological, organicbiologiqueبَيُولُوجِيّbiologickýbiologiskbiologischbiológicobiologinenbiološkibiologico生物学の생물학의biologischbiologiskbiologicznybiológicoбиологическийbiologiskทางชีววิทยาbiyolojikthuộc sinh vật học生物学的 (violoɣi'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με τους ζωντανούς οργανισμούς οι βιολογικές ανάγκες
2. δηλώνει τη μη χρήση χημικών βιολογικά προϊόντα βιολογική καλλιέργεια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close