βιοτεχνία

Μεταφράσεις

βιοτεχνία

(viote'xnia)
ουσιαστικό θηλυκό
επιχείρηση που απασχολεί έως πενήντα εργάτες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close