βλάπτω

Μεταφράσεις

βλάπτω

harm, damage, hurt, marendommager, nuireيَضُرُpoškodit, ublížitskadebeschädigen, schadendañar, hacer dañovahingoittaaoštetiti, ozlijeditidanneggiare害する, 損傷する손상하다, 해치다beschadigen, kwaad doenskadeuszkodzić, zaszkodzićdanificar, prejudicarвредить, наносить ущербskadaทำให้ได้รับอันตราย, ทำอันตรายzarar vermeklàm hại, làm hư hại伤害, 损害 ('vlapto)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
προκαλώ κακό βλάπτω σοβαρά την υγεία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close