βλαμμένος

Μεταφράσεις

βλαμμένος

(vla'menos) αρσενικό

βλαμμένη

(vla'meni) θηλυκό

βλαμμένο

dopey, foolish, jerk, stupid, pottyنُونِيَّةٌ لِلأَطْفَالnočníkpotteTöpfchenorinalpottapottutavasino幼児用の便器유아용 변기potjepottenocnikpenico, pinicoдетский горшокpottaกระโถนสำหรับเด็กเล็กlazımlık便壶 (vla'meno) ουδέτερο
επίθετο
οικείο ηλίθιος Είναι λίγο βλαμμένος. Καλά, βλαμμένος είσαι ;
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close