βλοσυρός

Μεταφράσεις

βλοσυρός

(vlosi'ros) αρσενικό

βλοσυρή

(vlosi'ri) θηλυκό

βλοσυρό

stern, sullen, grimغَيْرُ لَطِيفneradostnýgrumgrimmigdeprimentesynkkämorosesumoranspiacevoleいやな불길한vreselijkmorsksrogiseveroбезрадостныйbisterร้าย น่ากลัวtatsızđáng lo ngại严酷的 (vlosi'ro) ουδέτερο
επίθετο
αυστηρός, άγριος και τρομακτικός έχω βλοσυρό ύφος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close