βοήθεια

Μεταφράσεις

βοήθεια

(vo'iθia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. φροντίδα χρειάζομαι βοήθεια ζητάω βοήθεια από κπ προσφέρω βοήθεια σε κπ αφήνω κπ χωρίς βοήθεια
2. υποστήριξη τεχνική βοήθεια με τη βοήθεια του κράτους
3. διευκόλυνση σε επείγουσα κατάσταση καλώ φωνάζω σε βοήθεια
η άμεση φροντίδα σε περίπτωση ατυχήματος ή κρίσης

βοήθεια

Hilfe, Hilfeleistunghelp, aid, support, assistanceaide, secours, au secours, assistancesegítségaiuto, assistenzaauxiliumhulp, assistentiepomocпомощьhjälp, hjälpmedelyardımajuda, assistência, auxílioإِعَانَة, مُسَاعَدَةpomochjælpayuda, asistenciaapupomoć援助도움, 원조assistanse, bistand, hjelpความช่วยเหลือsự giúp đỡ, sự hỗ trợ, sự viện trợ帮助, 协助, 援助עזרהПомощ
επιφώνημα
κραυγή σε περίπτωση κινδύνου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close