βοήθημα

Μεταφράσεις

βοήθημα

aideaid, help (vo'iθima)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. μικρή οικονομική ενίσχυση Δεν έχω κανένα βοήθημα.
2. εκπαιδευτικό βιβλίο σχολικό βοήθημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close