βογκώ

Μεταφράσεις

βογκώ

(voŋ'go)

βογκάω

(voŋ'gao)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
βγάζω βαρείς στεναγμούς βογγάω από τον πόνο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close