βοηθάω

Μεταφράσεις

βοηθάω

(voi'θao)

βοηθώ

(voi'θo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
διευκολύνω, ωφελώ βοηθάω κπ να συγυρίσει βοηθάω κπ στη δουλειά του
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close