βολεμένος

Μεταφράσεις

βολεμένος

(vole'menos) αρσενικό

βολεμένη

(vole'meni) θηλυκό

βολεμένο

(vole'meno) ουδέτερο
επίθετο
μεταφορικά τακτοποιημένος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close