βολεύει

Μεταφράσεις

βολεύει

(vo'levi)
ρήμα απρόσωπο (ρήμα)
εξυπηρετεί Με βολεύει να έρθω αύριο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close