βολεύομαι

Μεταφράσεις

βολεύομαι

(vo'levome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. βρίσκομαι σε άνετη κατάσταση βολεύομαι στην πολυθρόνα
2. μεταφορικά κάνω συμβιβασμούς Βολεύτηκε νωρίς.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close