βολεύω

Μεταφράσεις

βολεύω

arrangersuit (vo'levo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. τακτοποιώ Κατάφερα να βολέψω όλα μου τα πράγματα.
τα βγάζω πέρα
2. εξυπηρετώ Αυτό το ωράριο με βολεύει.
3. μεταφορικά βρίσκω άνετη δουλειά σε κπ Τον βόλεψε στο υπουργείο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close