βολικός

(προωθήθηκε από βολική)
Μεταφράσεις

βολικός

(voli'kos) αρσενικό

βολική

(voli'ci) θηλυκό

βολικό

comfortable, convenient, suitable, handyنَافِعužitečnýpraktiskpraktischa mano, práctico, convenientekäteväcommodepriručanutile便利な가까이 있는handigfor håndenzręcznyconvenienteудобныйpraktiskใช้สะดวกel altındatiện sử dụng方便的, 方便удобен方便נוח (voli'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που προσφέρει άνεση βολικό κάθισμα
2. που εξυπηρετεί βολικό ωράριο
3. ο μη απαιτητικός Είναι βολικός.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close