βομβαρδίζω

Μεταφράσεις

βομβαρδίζω

bombard, bombbombarderbombarderenbombaيَنْفَجِرُbombardovatbombebombardierenbombardearpommittaabombardiratibombardare爆撃する...을 폭격하다bombezbombardowaćbombardearбомбитьทิ้งระเบิดbombalamakném bom轰炸 (vomvar'ðizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ρίχνω βόμβες βομβαρδίζω μια πόλη
2. μεταφορικά απευθύνομαι αδιάκοπα σε κπ βομβαρδίζω κπ με ερωτήσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close