βομβαρδισμός

Μεταφράσεις

βομβαρδισμός

bombardementاِنْفِجارbombardováníbombningBombardierungbombingbombardeopommitusbombardiranjebombardamento爆撃폭격bombardementbombetoktbombardowaniebombardeio, bombardeamentoбомбежкаbombningการทิ้งระเบิดbombalamaviệc ném bom轰炸 (vomvarði'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
ρίψη βομβών
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close