βουλιάζω

Μεταφράσεις

βουλιάζω

(vu'ʎazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βυθίζω κτ βουλιάζω ένα πλοίο
2. βαθουλώνω βουλιάζω τoν προφυλακτήρα του αυτοκινήτου

βουλιάζω

sag, sinkيَغْرَقُpotopit sesynkesinkenhundirseupottaacoulerpotonutiaffondare膿瘻가라앉다zinkensynkezatonąćafundar-seтонутьsjunkaจมbatmakchìm xuống下沉
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. βυθίζομαι To πλοίο βούλιαξε. βουλιάζω στο βούρκο
2. βυθίζομαι μέσα σε μαλακή ύλη βουλιάζω σε μια πολυθρόνα
3. μεταφορικά είμαι γεμάτος από κτ βουλιάζω στα χρέη
4. υποχωρώ προς τα κάτω Η σκεπή βούλιαξε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close