βουλώνω

Μεταφράσεις

βουλώνω

(vu'lono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
φράζω κπ άνοιγμα βουλώνω τρύπες

βουλώνω

clog
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
φράζω Βούλωσε ο σωλήνας. έχω βουλωμένη μύτη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close