βουτάω

Μεταφράσεις

βουτάω

(vu'tao)

βουτώ

(vu'to)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βυθίζω κτ σε υγρό Βουτάω μπισκότα στον καφέ. Βούτηξα το χέρι μου στο νερό.
2. οικείο αρπάζω βουτάω κπ από τα μαλλιά
3. οικείο κλέβω Της βούτηξαν τα κοσμήματα.

βουτάω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
κάνω βουτιά βουτάω στο νερό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close