βουτηγμένος

(προωθήθηκε από βουτηγμένο)
Μεταφράσεις

βουτηγμένος

(vutiɣ'menos)

βουτηγμένη

(vutiɣ'meni)

βουτηγμένο

(vutiɣ'meno)
επίθετο
μεταφορικά γεμάτος είμαι βουτηγμένος στα χρέη είμαι βουτηγμένος στον ιδρώτα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close