βούισμα

Μεταφράσεις

βούισμα

זמזוםzumbido ('vuizma)
ουσιαστικό ουδέτερο
υπόκωφος κι επαναλαμβανόμενος θόρυβος (εντόμων)
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close