βράζω

Μεταφράσεις

βράζω

('vrazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ζεσταίνω μέχρι βρασμού βράζω νερό
2. μαγειρεύω σε νερό βράζω πατάτες

βράζω

boil, brew, ferment, seethebouillir, faire bouillirيَسْلُقُ, يَغْليvařit, vařit sekogekochencocer, hervirkeittää, kiehuakipjeti, kuhatibollire, lessare沸かす, 沸騰する...을 끓이다, 끓다kokenkokeugotować się, zagotować sięferverварить, кипетьkokaต้ม, ทำให้เดือดkaynamak, kaynatmakđun sôi, sôi沸腾, 煮沸
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. κοχλάζω το νερό βράζει
2. μαγειρεύομαι Αφήστε να βράσει σε σιγανή φωτιά.
3. είμαι πολύ θυμωμένος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close