βρέχομαι

Μεταφράσεις

βρέχομαι

('vrexome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. μουσκεύομαι Βράχηκαν τα παπούτσια μου.
2. συνορεύω με θάλασσα Η Ελλάδα βρέχεται από τη Μεσόγειο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close