βρέχω

Μεταφράσεις

βρέχω

rain, wet, drenchhumidifier ('vrexo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ρίχνω νερό βρέχω τα μαλλιά μου βρέχω τα παπούτσια μου
οικείο δέρνω κπ
2. καταβρέχω Μας έβρεξε με το λάστιχο.
3. κατουράω βρέχω την κυλότα μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close