βρίσιμο

Μεταφράσεις

βρίσιμο

('vrisimo)
ουσιαστικό ουδέτερο
το να βρίζει κν Του έριξε ένα γερό βρίσιμο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close