βρίσκω

Μεταφράσεις

βρίσκω

findtrouverнайти, находитьيَجِدُnajítfindefindenencontrarlöytäänaćitrovare見つける찾다vindenfinneznaleźćencontrarhittaหาbulmaktìm thấy找到 ('vrisko)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. εντοπίζω (κτ που έχασα) Βρήκα το διαβατήριο.
συμφωνώ με κπ
2. έχω, αποκτάω βρίσκω δουλειά βρίσκω χρόνοευκαιρία
3. θεωρώ βρίσκω κτ λογικό
4. επινοώ βρίσκω δικαιολογίες
5. συναντάω Τον βρήκα στο μπαρ.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close