βραχνιασμένος

Μεταφράσεις

βραχνιασμένος

(vraxɲa'zmenos)

βραχνιασμένη

(vraxɲa'zmeni)

βραχνιασμένο

(vraxɲa'zmeno)
επίθετο
αυτός που έχει βραχνιάσει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close