βρόμικος

(προωθήθηκε από βρόμικο)
Μεταφράσεις

βρόμικος

('vromikos)

βρόμικη

('vromici)

βρόμικο

salemurdarfoul, grimy, grubby, dirtyقَذِرšpinavýbeskidtschmutzigsuciolikainenprljavsporco汚れた더러운viesskittenbrudnysujoгрязныйsmutsigสกปรกkirlibẩn肮脏的мръсенמלוכלך ('vromiko)
επίθετο
1. λερωμένος βρόμικα χέρια
2. μεταφορικά ανήθικος βρόμικο παρελθόν
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close