βυθίζω

Μεταφράσεις

βυθίζω

sinken, eintauchensink, dip, plungecouler, plonger, tremperيَغْطُسُ, يَغْمِسnamočit, vrhnout sedyppe, styrtemojar, zambullirsekastaa, syöksyäpasti, umočitiimmergere, tuffarsiちょっと浸す, 突っ込む뛰어들다, (...을 ...에) 잠깐 담그다dippen, stortendykk, dyppezanurzyćmergulhar, molharмакать, погружать(ся)doppa, störta sigจุ่ม, พุ่งไปอย่างรวดเร็วdaldırmak, hızla atlamaklao xuống, nhúng, 跳进 (vi'θizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βουλιάζω βυθίζω ένα καράβι
2. μεταφορικά χώνω βαθιά βυθίζω τα δάχτυλα στην άμμο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close