βόρειος

Μεταφράσεις

βόρειος

('vorios) αρσενικό

βόρεια

('voria) θηλυκό

βόρειο

nordique, boréal, nordnorthern, northشِمَالِيّ, شِمَالِيٌّsevernínordligNord-, nördlichdel norte, septentrional, nortepohjois-sjevernisettentrionale北の북쪽의noord-, noordelijknord-, nordligpółnocnynorte, do norteсеверныйnordlig, norraเกี่ยวกับทิศเหนือ, ทางภาคเหนือkuzeybắc, ở phía bắc北方的, Севернаצפון ('vorio) ουδέτερο
επίθετο
1. που είναι στο βορρά τα βόρεια προάστια Κατοικώ στη βόρεια Ελλάδα.
2. από ή προς το βορρά βόρειος άνεμος η Βόρεια Αμερική
3. σχετικός με τη βόρεια Ευρώπη oι βόρειες γλώσσες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close