γάιδαρος

Μεταφράσεις

γάιδαρος

('ɣaiðaros) αρσενικό

γαϊδούρα

donkieحمار, حِمارмагареaseoseldonkey, assazenoasno, burroeeselaasiâne, baudetmagaracszamárasinoasniasinoasinusasilasezelosiołjumento, burromăgarосёл, осел, ишакsomároselмагарацåsnapundaeşekоселæselEselロバ당나귀eselลาcon lừa毛驴, (ɣai'ðura) θηλυκό
ουσιαστικό
1. κατοικίδιο ζώο πάω καβάλα στο γάιδαρο
2. υβριστικό αναίσθητος, αγενής Τι γάιδαρος αυτός ο άνθρωπος!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close