γέμιση

Μεταφράσεις

γέμιση

fillingtäyttöпълненеملءllenadopåfyldningמילויenchimento ('ʝemisi)
ουσιαστικό θηλυκό
(στη μαγειρική) τα υλικά με τα οποία γεμίζουμε κτ η γέμιση της γαλοπούλας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close