γένος

Μεταφράσεις

γένος

родGeschlechtgender, genusgénero, especiegenre, espèceجِنْسpohlavíkønsukupuolirodsessogeslachtkjønnpłećgénero, gêneroполkönเพศcinsiyetgiới tính性别 ('ʝenos)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. πατρικό επώνυμο γυναίκας η κυρία Ελευθερίου, το γένος Μακρή
2. γραμματική το φύλο όπως συχνά εκφράζεται γλωσσικά αρσενικό θηλυκό ουδέτερο γένος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close