γερνάω

(προωθήθηκε από γέρασα)
Μεταφράσεις

γερνάω

(ʝer'nao)

γερνώ

(ʝer'no)
επίθετο
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
φτάνω σε ηλικία προς το τέλος της ζωής μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close