γέρικος

Μεταφράσεις

γέρικος

('ʝerikos) αρσενικό

γέρικη

('ʝeriki) θηλυκό

γέρικο

oldvieux ('ʝeriko) θηλυκό
πολύ μεγάλης ηλικίας γέρικο δέντρο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close