γέρνω

Μεταφράσεις

γέρνω

('ʝerno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κτ να πάρει κλίση προς τα κάτω γέρνω το κεφάλι μου

γέρνω

lean, incline, bend, slant, slope, tiltincliner, se pencherيـَمِيلُnaklonit selæne (sig)lehnenapoyarsenojatanaslonitipendereもたれる기대다leunenlene (seg)oprzeć sięinclinar-seнаклонитьсяluta (sig)พิงyaslamakdựa倾斜
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
παίρνω κλίση προς τα κάτω Ο πίνακας γέρνει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close