γίνομαι

Μεταφράσεις

γίνομαι

become, happen, be, getdevenir, obtenirيُصْبِحُ, يَصيرُdostat, stát sebliveerhalten, werdenhacerse de, volversesaada, tulla joksikinpostatidiventare, farsi・・・になる, 得る...이 되다, 되다wordenbli, dostać, stać sięir, tornar-seполучить, становитьсяbli, fåกลายเป็นalmak, olmaktrở nên变得, 成为 ('ʝinome)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. δηλώνει αλλαγή, μεταβολή γίνομαι άσπρος γίνομαι μούσκεμα Ο πάγος έγινε νερό.
2. εξελίσσομαι σε κτ γίνομαι γιατρός
3. δηλώνει συναισθηματική μεταβολή γίνομαι έξαλλος Πώς μπορεί να γίνει κν ευτυχισμένος;
4. Τι κάνεις ; Πώς είσαι ;
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close