γαμπρός

Μεταφράσεις

γαμπρός

son-in-law, brother-in-law, groom, bridegroomsposo, generoزَوْجُ الْإِبْنَة, عَريسženich, zeťbrudgom, svigersønBräutigam, Schwiegersohnnovio, yernosulhanen, vävygendre, mariémladoženja, zet娘婿, 花婿사위, 신랑bruidegom, schoonzoonbrudgom, svigersønnpan młody, zięćgenro, noivoжених, зятьbrudgum, svärsonเจ้าบ่าว, ลูกเขยdamatchú rể, con rể新郎, 女婿新郎 (ɣa'mbros)
ουσιαστικό αρσενικό
1. που πρόκειται να παντρευτεί ο γαμπρός και η νύφη
2. ο σύζυγος της κόρης Ταξιδέψαμε με την κόρη μας και το γαμπρό μας.
3. ο σύζυγος της αδερφής ή ο αδερφός της ή του συζύγου Ο γαμπρός μου παράτησε την αδερφή μου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close