γελάω

Μεταφράσεις

γελάω

(ʝe'lao)

γελώ

(ʝe'lo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
με πιάνουν τα γέλια γελάω μέχρι δακρύων
κοροϊδεύω κπ

γελάω

يَضْحَكُsmát selelachenlaughreírnauraariresmijati seridere笑う웃다lachenlewyśmiewać sięrirсмеятьсяskrattaหัวเราะkahkahayla gülmekcười
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
εξαπατώ γελάω κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close