γελαστός

(προωθήθηκε από γελαστό)
Μεταφράσεις

γελαστός

(ʝela'stos)

γελαστή

(ʝela'sti)

γελαστό

(ʝela'sto)
επίθετο
χαρούμενος γελαστός άνθρωπος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close