γεμάτος

Μεταφράσεις

γεμάτος

(ʝe'matos) αρσενικό

γεμάτη

(ʝe'mati) θηλυκό

γεμάτo

voll, betriebsamfull, awash, crowded, busyplein, combleمُزْدَحِم, مـُمْتَلِيءplný, rušnýfuld, travlconcurrido, llenotäysi, tungokseen asti täysiprepun, punpieno混雑した, 満ちて가득한, 붐비는druk, volfull, travelpełny, zatłoczonycheio, lotadoмноголюдный, полныйfullเต็ม, จอแจ พลุกพล่านdolu, kalabalıkđầy, đông满的, 熙攘的מלאпълен (ʝe'mato) ουδέτερο
επίθετο
1. πλήρης ένα γεμάτο ποτήρι φλιτζάνι γεμάτο καφέ Οι δρόμοι είναι γεμάτοι κόσμο.
2. λίγο παχύς γεμάτη γυναίκα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close