γεμίζω

Μεταφράσεις

γεμίζω

(ʝe'mizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κτ να μην έχει κενό μέσα του γεμίζω το ποτήρι με νερό
χορταίνω
2. μεταφορικά ικανοποιώ Η δουλειά μου με γεμίζει.

γεμίζω

füllen, auffüllenfill, load, fill upremplir, faire le pleinيَـمْلُأnaplnit, plnitfylde, fylde opllenar, llenar hasta el bordetäyttäänapuniti, puniticolmare, riempireいっぱいにする, 記入する...을 ...으로 채우다, 채우다opvullen, vullenfylle, fylle oppnapełnić, wypełnićcompletar, encherнаполнять, заполнятьfylla, tankaเติม, เติมให้เต็มdoldurmakđổ đầy, làm đầy填补, 装满
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. είμαι γεμάτος Το θέατρο γέμισε.
2. καλύπτομαι από Γέμισα κοκκινίλες.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close