γεμιστός

Μεταφράσεις

γεμιστός

(ʝemi'stos) αρσενικό

γεμιστή

(ʝemi'sti) θηλυκό

γεμιστό

(ʝemi'sto) ουδέτερο
επίθετο
με γέμιση τομάτες γεμιστές
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close