γενειοφόρος

Μεταφράσεις

γενειοφόρος

barbu

γενειοφόρος

مُلْتَح

γενειοφόρος

vousatý

γενειοφόρος

skægget

γενειοφόρος

bärtig

γενειοφόρος

bearded

γενειοφόρος

barbudo

γενειοφόρος

parrakas

γενειοφόρος

bradat

γενειοφόρος

barbuto

γενειοφόρος

あごひげを生やした

γενειοφόρος

수염이 난

γενειοφόρος

gebaard

γενειοφόρος

skjeggete

γενειοφόρος

brodaty

γενειοφόρος

barbado

γενειοφόρος

бородатый

γενειοφόρος

skäggprydd

γενειοφόρος

ที่เต็มไปด้วยหนวดเครา

γενειοφόρος

sakallı

γενειοφόρος

có râu

γενειοφόρος

有胡子的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close